Σύμβαση Αορίστου Χρόνου

Σύμβαση Αορίστου Χρόνου

ΓενικάΚαταγγελία Σύμβασης από τον Εργοδότη – ΑπόλυσηΠροστασία από AπολύσειςΑποζημίωση ΑπόλυσηςΚαταγγελία Σύμβασης από τον Μισθωτό - Οικειοθελής Αποχώρηση

Προστασία από Aπολύσεις

Επιστροφή

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 66 του Ν. 4808/2021, η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη είναι άκυρη, εφόσον:

  • Οφείλεται σε δυσμενή διάκριση σε βάρος του εργαζομένου ή εκδικητικότητα λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, πολιτικών φρονημάτων, θρησκευτικών ή φιλοσοφικών πεποιθήσεων, γενεαλογικών καταβολών, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενετήσιου ή σεξουαλικού προσανατολισμού, ηλικίας, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου, αναπηρίας, ή συμμετοχής ή μη σε συνδικαλιστική οργάνωση,
  • γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος του εργαζομένου
  • αντίκειται σε άλλη ειδική διάταξη νόμου, ιδίως, όταν πρόκειται για απόλυση:
    • που οφείλεται σε διάκριση για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 1 του Ν. 4443/2016 ως αντίμετρο σε καταγγελία ή αίτημα παροχής έννομης προστασίας, για τη διασφάλιση τήρησης της αρχής της ίσης μεταχείρισης, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 4443/2016,
    • που οφείλεται στην άσκηση των δικαιωμάτων σε περίπτωση βίας και παρενόχλησης, σύμφωνα με το άρθρο 13 του Ν. 4808/2021,
    • των εγκύων και τεκουσών γυναικών, όπως και του πατέρα του νεογεννηθέντος τέκνου για το χρονικό διάστημα που ορίζεται στο άρθρο 15 του Ν. 1483/1984, όταν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος,
    • ως αντίδραση στο αίτημα ή τη λήψη οποιασδήποτε άδειας που προβλέπεται στο Μέρος ΙΙΙ του Ν. 4808/2021, σύμφωνα με το άρθρο 48, ή ευέλικτης ρύθμισης για λόγους φροντίδας του τέκνου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 31,
    • κατά τη διάρκεια της άδειας αναψυχής, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 5 του A.N. 539/1945,
    • των πολύτεκνων, αναπήρων και εν γένει προστατευόμενων προσώπων, που έχουν τοποθετηθεί σύμφωνα με τον N. 2643/1998, όταν δεν έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του N. 2643/1998,
    • των στρατευμένων, σύμφωνα με το άρθρο 1 του N. 3514/1928,
    • των μετεκπαιδευομένων εργαζομένων σε τουριστικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 15 του N. 1077/1980,
    • που γίνεται κατά παράβαση της νομοθεσίας περί ομαδικών απολύσεων, σύμφωνα με το άρθρο 6 του N. 1387/1983,
    • των συνδικαλιστικών στελεχών, όπως ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 14 του N. 1264/1982, καθώς και των μελών των συμβουλίων εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 9 του N. 1767/1988, όπως και των μελών της ειδικής διαπραγματευτικής ομάδας, του ευρωπαϊκού συμβουλίου εργαζομένων και των εκπροσώπων των εργαζομένων, που ασκούν τα καθήκοντά τους στο πλαίσιο της διαδικασίας για την ενημέρωση και τη διαβούλευση της παρ. 3 του άρθρου 56 του N. 4052/2012, σύμφωνα με την παρ.3 του άρθρου 64 του N. 4052/2012, κατά το χρονικό διάστημα που ορίζεται στο άρθρο 14 του N. 1264/1982, όταν δεν συντρέχει σπουδαίος λόγος,
    • που οφείλεται σε νόμιμη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου, σύμφωνα με την παρ.4 του άρθρου 14 του N. 1264/1982,
    • λόγω μη αποδοχής από τον εργαζόμενο πρότασης του εργοδότη για μερική απασχόληση ή εκ περιτροπής εργασία, σύμφωνα με την παρ.8 του άρθρου 38 του N. 1892/1990 ,
    • των εργαζομένων που αρνούνται τη διευθέτηση, που έχει συμφωνηθεί συλλογικά και η άρνησή τους δεν είναι αντίθετη με την καλή πίστη, σύμφωνα με την περ. β’ της παρ. 1 και την περ. β’ της παρ. 2 του άρθρου 41 του N. 1892/1990, καθώς και των εργαζομένων που δεν υπέβαλαν αίτημα για διευθέτηση, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 41 του N. 1892/1990, αν και τους ζητήθηκε από τον εργοδότη,
    • των εργαζομένων που ασκούν το δικαίωμα αποσύνδεσης της παρ. 9 του άρθρου 5 του N. 3846/2010.

Για τις ανωτέρω περιπτώσεις, και σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 66 του Ν. 4808/2021, αν ο εργαζόμενος αποδείξει ενώπιον δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά ικανά να στηρίξουν την πεποίθηση ότι η απόλυση έγινε για κάποιον από τους συγκεκριμένους λόγους, εναπόκειται στον εργοδότη να αποδείξει ότι η απόλυση δεν έγινε για τον προβαλλόμενο λόγο.

Επιπλέον, ο εργαζόμενος που προσφεύγει για κάποιον από τους λόγους αυτούς, δύναται να αιτηθεί, αντί για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την επέλευση των συνεπειών αυτής, πρόσθετη αποζημίωση κατά τα οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 66 του Ν. 4808/2021. Η αποζημίωση αυτή δεν μπορεί να είναι μικρότερη των τακτικών αποδοχών τριών (3) μηνών ούτε μεγαλύτερη του διπλάσιου της κατά νόμο αποζημίωσης. Το αίτημα υποβάλλεται από τον εργαζόμενο σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης, σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας. Κατά τον καθορισμό του ποσού της πρόσθετης αυτής αποζημίωσης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του ιδίως, την ένταση του πταίσματος του εργοδότη και την περιουσιακή και οικονομική κατάσταση του εργαζομένου και του εργοδότη.

Ωστόσο, σε αγωγή που περιέχει αίτημα για πρόσθετη αποζημίωση της παρ. 3 κατά τα ανωτέρω, δεν μπορεί να σωρεύεται αίτημα για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την επέλευση των εννόμων συνεπειών της ακυρότητας, εφόσον τα δύο αιτήματα στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική βάση. Σώρευση των δύο αιτημάτων κατά παράβαση του προηγούμενου εδαφίου, ακόμη και επικουρική, οδηγεί στην απόρριψη αμφοτέρων ως απαράδεκτων. Ίδια νομική και πραγματική βάση σημαίνει ότι, εάν ο εργαζόμενος επικαλείται ότι η απόλυσή του έγινε για κάποιον από τους λόγους της παρ. 1 του άρθρου 66 του Ν. 4808/2021 οφείλει να ζητήσει είτε την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και της συναφούς υπερημερίας του εργοδότη, είτε την αποζημίωση της παρ. 3 του άρθρου 66. Εάν όμως ο εργαζόμενος προβάλλει ακυρότητα για λόγο της παρ. 1 και, επικουρικώς, ακυρότητα για άλλο λόγο, τότε μπορεί, για την κάθε μία νομική και πραγματική βάση που προβάλλονται επικουρικά, να προβάλλει και τα αγωγικά αιτήματα σε αντίστοιχη επικουρική βάση (Εγκ. 64597/2021).

Μετάβαση στο περιεχόμενο